KierkegardHeader

 

 

Στὴ δέκατη καὶ τελευταῖα (μετὰ θάνατον) ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ «Στιγμή» Nr 10, ὁ Κίερκεγκωρ δημοσίευσε ἕνα ἄρθρο μὲ τίτλο "Τὸ ἔργο μου", τὸ ὁποῖο γράφτηκε στὶς 1 Σεπτεμβρίου 1855.

 

Øieblikket Nr. 10
 Oi10 · Øieblikket Nr. 10

VI  Min Opgave
»Jeg kalder mig ikke en Christen, siger ikke mig selv at være en Christen.« Det er dette jeg bestandigt maa gjentage, hvad Enhver, der vil forstaae min, ganske særlige Opgave, maa øve sig i at kunne fastholde.
Ja, jeg veed det nok, det lyder næsten som et Slags Galskab i denne christne Verden, hvor Alle og Enhver er Christen, hvor det at være Christen er Noget, som da naturligviis Enhver er: at der En siger om sig selv: jeg kalder mig ikke en Christen; og En, hvem Christendommen i den Grad beskjeftiger, som den beskjeftiger mig.
Men anderledes kan det ikke være; det Sandere maa altid tage sig ud som en Art Galskab – i Vrøvlets Verden; og at det er en Vrøvlets Verden, hvori jeg lever, at den er det blandt andet ogsaa just ved dette Vrøvl, at saadan udenvidere Enhver er Christen: det er vistnok........"

 

(Κάτι σὰν νὰ ταίριαζε στὸν Ὄρθρο τῆς Μ. Τρίτης
Οὐαὶ ὑμῖν: «οἱ λεγεῶνες ἱερέων καὶ τῶν τιτλούχων τῶν χριστιανικῶν δογμάτων, εἶστε ὅλοι σοφιστές» !)

(Μιὰ πρόχειρη μετάφραση)

       «Δὲν ἀποκαλῶ τὸν ἑαυτό μου χριστιανό, δὲν λέω στὸν ἑαυτό μου ὅτι εἶμαι χριστιανός». Αὐτὸ πρέπει να τὸ ἐπαναλαμβάνω διαρκῶς, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ὁ καθένας, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ καταλάβει τὸ ἐντελῶς ἰδιαίτερο καθῆκον μου, θὰ πρέπει νὰ ἐξασκηθεῖ γιὰ νὰ τὸ διατηρήσει, νὰ τὸ καταλάβει.
       Ναί, ξέρω, ἀκούγεται, σχεδόν, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ κάποιο εἶδος τρέλας σὲ αὐτὸν τὸν χριστιανικὸ κόσμο, ὅπου ὅλοι, καὶ ὁ κάθε ἕνας ξεχωριστά, εἶναι Χριστιανοί, ὅπου τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Χριστιανός, εἶναι κάτι τὸ ἀπολύτως φυσικό· αὐτὸ τὸ λέει ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του· ὄχι, δὲν  ἀποκαλῶ τὸν ἑαυτό μου χριστιανό· οὔτε καὶ κάποιον ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὸν Χριστιανισμό, στὸ βαθμὸ ποὺ μὲ ἀφορᾶ.
       Ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καὶ ἀλλοιῶς· τὸ πιὸ ἀληθινὸ πρέπει πάντα νὰ ἐμφανίζεται στὸν κόσμο τῶν σκουπιδιῶν σὰν ἕνα εἶδος τρέλας· καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἕνας κόσμος σκουπιδιῶν, στὸν οποῖο ζῶ, ὅτι βρίσκομαι μεταξὺ ἄλλων σκουπιδιῶν, ἀκριβῶς μέσα σ’ αὐτὰ τὰ σκουπίδια, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ καθένας νὰ λέει ὅτι εἶναι Χριστιανός· εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια.
      Ὡστόσο, ἀλλάξτε τὴ δήλωσή μου, ἐγὼ δὲν μπορῶ καὶ οὔτε θὰ τὸ τολμήσω – ἀλλιῶς, θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει καὶ μιὰ ἄλλη ἀλλαγή: αὐτὴ ἡ δύναμη, ἡ παντοδυναμία, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἰδιαίτερα ταὴ δύναμή μου, μοῦ ἔσπασε τὸ χέρι καὶ μὲ ἄφησε νὰ πλεύσω στὴ δική μου λίμνη.
       Ὄχι, οὔτε μπορῶ οὔτε θέλω νὰ ἀλλάξω τὴ δήλωσή μου· δὲν μπορῶ νὰ ἐξυπηρετήσω αὐτὲς τὶς λεγεῶνες ἀπὸ ἐπαγγελματίες στὴν ἐπιχειρηματικότητα (ἀπὸ ἐπαγγελματίες χαμίνια), ἐννοῶ τοὺς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι, παραποιώντας τὴ χριστιανικὴ τάξη, ἔχουν κερδίσει, γιὰ χάρη τῆς ἐπιχείρησής τους, ἑκατομμύρια ἑκατομυρίων χριστιανούς· δὲν εἶμαι Χριστιανός – καὶ δυστυχῶς, μπορῶ νὰ καταστήσω προφανὲς ὅτι οἱ Ἄλλοι δὲν εἶναι, ναί, εἶναι ἀκόμη λιγότερο ἀπὸ μένα· διότι φαντάζονται ὅτι ἔτσι εἶναι ἤ προσποιοῦνται ὅτι εἶναι ἤ αὐτοὶ φαντάζονται (ὅπως οἱ ἱερεῖς), ὅτι ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι μέσω τῶν ὁποίων εὐδοκιμεῖ ἡ πορεία τῆς ἱερατικῆς διατροφῆς. Ἡ ἄποψη, ποὺ πρέπει νὰ ἐπιδεικνύω καὶ νὰ ἐπανα-επιδεικνύω εἶναι τόσο περίεργη, τὸ ὅτι δηλ. στὰ 1800 χρόνια τοῦ Χριστιανισμού δὲν ἔχω παρατηρήσει κυριολεκτικὰ τίποτα τὸ ἀνάλογο, τίποτα παρόμοιο, μὲ μιὰ τέτοια ιδιαιτερότητα. Ἀκόμα καὶ ἐγώ ὑποστηρίζω - λίγο πρὶν ἀπὸ 1800 χρόνια – κυριολεκτικὰ ένα. *)
*) Σημείωση. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ὅτι ἔχω κάνει μιὰ ἐπικριτικὴ παρατήρηση σὲ σχέση μὲ τὸν "Ἀπόστολο", πρέπει νὰ παρατηρηθοῦν τὰ ἑξῆς: 1) Εἶμαι ἀπόλυτα σταθερὸς στὴν κρίση μου· διότι ὁ Ἀπόστολος εἶναι μόνο ἕνας ἄνθρωπος. Καὶ τὸ καθῆκον μου ἀπαιτεῖ νὰ τηρηθεῖ, νὰ ἀκολουθηθεῖ ὁ ἀπόστολος μέχρις ἐσχάτων· ἐφόσον βρεθεῖ στὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου τὸ παραμικρό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σχετισθεῖ μὲ ὅ,τι, στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ἔχει γίνει σ’ ὁλόκληρον τὸν ἀληθινὸ Χριστιανισμό καταβροχθίζοντας τὴ σοφιστεία: τότε πρέπει νὰ προειδοποιήσω ὅτι οἱ σοφιστὲς δὲν βασίζονται πιὰ στὸν Ἀπόστολο. 2) Ἔχει μεγάλη σημασία, εἰδικὰ γιὰ τὸν Προτεσταντισμό, προκειμένου νὰ ἐξαλείψει τὴν τεράστια σύγχυση ποὺ προκάλεσε ὁ Λούθηρος ἀναστρέφοντας τὴ σχέση, καὶ στὴν πραγματικότητα, παρουσιάζοντας τὸν Παῦλο νὰ ἐπικρίνει τὸν Χριστό, ὁ μαθητὴς τὸν Δάσκαλο. Ἐγώ, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲν ἐπέκρινα τὸν Ἀπόστολο, σὰν νὰ ἤμουν κι’ ἐγὼ κάτι, τὴ στιγμἦ μάλιστα ποὺ ἐγὼ θεωρῶ ὅτι δὲν εἶμαι κἄν Χριστιανός. Αὐτό τὸ ὁποῖο ἔκανα εἶναι:  παρέθεσα τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ δίπλα σ’ αὐτὸ τοῦ Ἀποστόλου. 3) Εἶναι θέμα πνευματικὸ τὸ νὰ εἶναι κάποιος σὲ θέση νὰ κάνει μιὰ διαλεκτικὰ ἀληθινὴ παρατήρηση, καὶ εἶναι κάτι ἄλλο τὸ νὰ κάνει μιὰ παρατήρηση, ποὺ θὰ συρρίκνωνε ἔτσι, ὥστε νὰ ἀποδυναμώνει τὸν Ἀπόστολο.

       Ἡ πλησιέστερη ἀναλογία, ὁποιουδήποτε εἴδους, ποὺ ἔχω μπροστά μου εἶναι: ὁ Σωκράτης. Τὸ καθῆκον μου εἶναι ἕνα κοινωνικὸ ἔργο, τὸ καθῆκον μου εἶναι νὰ ἀναθεωρήσω τὸν προσδιορισμὸ ὅτι εἶμαι χριστιανός. Ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἀποκαλῶ, δὲν χαρακτηρίζω τὸν ἑαυτό μου χριστιανό (κρατῶ τὸ ἰδανικὸ ἐλεύθερο [τὸ ἰδανικὸ εἶναι: ἔργα συνειδητῆς μετανοίας καί συνεχοῦς ἐπιστροφῆς στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ] ), ἀλλὰ μπορῶ νὰ καταστήσω προφανὲς ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ἀκόμη λιγότερο…
      Βρίσκεται σὲ μία ἄβυσσο τῆς σοφιστείας Ὁ "Χριστιανισμός". Αὐτὴ εἶναι πολύ χειρότερη ἀπὸ ὅ,τι ὅταν οἰ σοφιστὲς ἄνθιζαν στὴν Ἑλλάδα. Αὐτὲς οἱ λεγεῶνες ἱερέων καὶ τιτλούχων χριστιανικῶν δογμάτων, εἶναι ὅλοι σοφιστές, τρέφονται - ἐν προκειμένῳ, σύμφωνα μὲ τοὺς παλιοὺς χαρακτηριστικοὺς σοφιστές – προκειμένου νὰ σᾶς πείσουν ὅτι δὲν καταλαβαίνετε κάτι μέσα σ’ ὅλα αὐτά· καὶ στὴ συνέχεια, τί κάνει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Λέει, στὸ δικαστήριο τῆς Τελικῆς Κρίσης, στὴν Δευτέρα Παρουσία, τί, στ’ ἀλήθεια, τί εἶναι «Ὁ Χριστιανισμὸς»…
       Σύ, ἄξεστε ἄνθρωπε! Ὁ Χριστιανισμὸς τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι κάτι ἀπεριόριστα ὑψηλό, ἀλλὰ ὄχι τόσο ψηλὸ ποὺ νὰ σχετίζεται μὲ τὴ διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ ἀνθρώπου, ὅσον ἀφορᾶ (τὸ IQ), τὸ κατὰ πόσον ταλαντοῦχος εἶναι ὁ καθένας. Ὄχι, εἶναι γιὰ ὅλους. Ὁποιοσδήποτε, χωρὶς ἐξαίρεση ὁποιοσδήποτε – θὰ μπορεῖ νὰ μισεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀνεπιφύλακτα, ἤ, ἐὰν θέλει, θὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀνεπιφύλακτα ἀνάμεσα σὲ ὅλους, θὰ τὰ ὑποφέρει ὅλα (καί, ἔτσι, μπορεῖ ὁ καθένας ποὺ θὰ τὸ ἤθελε): τότε μπορεῖ νὰ κάνει αὐτὸ τὸ ἀπέραντο, τὸ ἄπειρα Ὑψηλό, τὸ Ὕψος, τὸ Μέγεθος, νὰ εἶναι διαθέσιμο σὲ αὐτόν.

 

 

─────────

The following is a part of Soren Kierkegaard’s final piece of writing. It was the last article of seven, entitled “My Task” and dated September 1, 1855, within the tenth and last installment of tracts of varying numbers, and all of which had thus far been written and published by Kierkegaard for a magazine called “The Moment”. This posthumous article/installment was ready for press on October 2, 1855, the day he was taken to Frederiks Hospital after collapsing on the street. Soren Kierkegaard died on November 4, 1855, with his burial a week later, on November 11, 1855.
In the tenth and final (posthumous) installment, Kierkegaard published an article entitled "My Task", which was written on September 1, 1855:


"I do not call myself a Christian, do not say myself that I am a Christian." It is this I must constantly reiterate, and which everyone who would understand my quite peculiar task must train himself to be able to understand.
Yes, I know it well enough, it sounds almost like a sort of madness, in this Christian world where all and everybody is Christian, where to be a Christian is something therefore which everyone is as a matter of course—that there, in this Christian world, one says of oneself, "I do not call myself a Christian," and especially one whom Christianity concerns to the degree that it concerns me.
But it cannot be otherwise; in the world's twaddle the truer view must always seem like a sort of madness....
The only analogy I have before me is Socrates. My task is a Socratic task, to revise the definition of what it is to be a Christian. For my part I do not call myself a "Christian" (thus keeping the ideal free), but I am able to make it evident that the others are that still less than I....
It is in an abyss of sophistry Christianity is lying—far, far worse than when the Sophists flourished in Greece. These legions of priests and Christian docents are all Sophists, living (as was said of the Sophists of old) by making those who understand nothing believe something, then treating this human-numerical factor as the criterion of what truth, what Christianity is....
My task is to revise the definition of a Christian....
Thou plain man! The Christianity of the New Testament is infinitely high; but observe that it is not high in such a sense that it has to do with the difference between man and man with respect to intellectual capacity, etc. No, it is for all. Everyone, absolutely everyone, if he absolutely wills it, if he will absolutely hate himself, will absolutely put up with everything, suffer everything (and this every man can if he will)—then is this infinite height attainable to him.
Thou plain man! I have not separated my life from thine; thou knowest it, I have lived in the street, am known to all; moreover I have not attained to any importance, do not belong to any class egoism, so if I belong anywhere, I must belong to thee....
Thou plain man! I do not conceal from thee the fact that, according to my notion, the thing of being a Christian is infinitely high, that at no time are there more than a few who attain it, as Christ's own life attests.... Yet nevertheless it is possible for all. But one thing I must adjure thee, for the sake of God in heaven and all that is holy, shun the priests, shun them, those abominable men whose livelihood it is to prevent thee from so much as becoming aware of what Christianity is, and who thereby would transform thee...into what they understand by a true Christian, a paid member of the State Church, of the National Church, or whatever they prefer to call it. Shun them...(p. 340ff.).”

........................................................................................

.........................................................................

      ′′ Όχι, μια ψευδαίσθηση δεν μπορεί ποτέ να καταστραφεί άμεσα, και μόνο με έμμεσα μέσα μπορεί να αφαιρεθεί ριζικά. Εάν είναι μια ψευδαίσθηση το ότι όλοι είναι Χριστιανοί - και εάν υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνει γι ' αυτό, πρέπει να γίνει έμμεσα, όχι από κάποιον που που διακηρύσσει δυνατά τον εαυτό του ως έναν εξαιρετικό Χριστιανό, αλλά από έναν που, καλύτερα εκπαιδευμένος, είναι πρόθυμος να δηλώσει ότι δεν είναι καθόλου Χριστιανός."      

     "Nein, eine Illusion kann niemals direkt zerstört werden und nur auf indirekte Weise kann sie radikal entfernt werden. Wenn es eine Illusion ist, dass alle Christen sind - und wenn etwas dagegen getan werden muss, muss dies indirekt geschehen, nicht von jemandem, der sich lautstark zum außergewöhnlichen Christen erklärt, sondern von jemandem, der, besser unterrichtet, dazu bereit ist erklären, dass er überhaupt kein Christ ist."

     "No, an illusion can never be destroyed directly, and only by indirect means can it be radically removed. If it is an illusion that all are Christians -- and if there is anything to be done about it, it must be done indirectly, not by one who vociferously proclaims himself an extraordinary Christian, but by one who, better instructed, is ready to declare that he is not a Christian at all." (Κίερκεγκωρ, The Point Of View For My Work As An Author (1844)).
--------------------------------------------------------
     Ἡ Ψευδαίσθηση καὶ ὁ τρόπος ἀντιμετώπισής της θυμίζει κάτι ποὺ λένε γιὰ τοὺς τρελούς: Ἄν, βλέποντας ἕναν τρελὸ νὰ ψαρεύει στὴν μπανιέρα, τοῦ πεῖς: «Καλά, τί νομίζεις ὅτι κάνεις; Εἶναι ποτὲ δυνατὸ νὰ πιάσεις ψάρια στὴν μπανιέρα;» Θὰ σοῦ ἀπαντήσει ἀπαριθμώντας ἕνα σωρὸ ἀπὸ περιπτώσεις κάποιων ἄλλων, πού, σ’ ὡρισμένες περιπτώσεις, πιάσανε μεγάλα ψάρια καὶ μάλιστα καὶ χταπόδια. Ἐὰν ὅμως τὸν ρωτήσεις: «Πιάνεις σήμερα κάτι σπουδαῖο;» Σίγουρα θὰ σοῦ ἀπαντήσει: «Καλά, τρελὸς εἶσαι; Πιάνονται ψάρια στὴ μπανιέρα;»

      

 

Og naar et Menneske skal gaae ud i Verden, ja da kan han maaskee gaae længe -- og gaae forgjeves, vandre Verden rundt -- og forgjeves, for at søge den Elskede eller Vennen. Men Christendommen forskylder aldrig at lade et Menneske gaae, end ikke eet eneste Skridt, forgjeves; thi den Dør, Du lukkede for at bede til Gud, naar Du lukker den op og gaaer ud, saa er det første Menneske, Du møder, »Næsten«, som Du skal elske." (Kierkegaard, Kjerlighedens Gjerninger, 58)


 


Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Συνδεθείτε

Άλμπουμ - Κατηγορίες